22 Σεπ 2016

Κεφάλαιο ενδέκατο

Από την πολυθρόνα έβλεπε τον ήλιο να ανατέλει αργά και να φωτίζει τον τόπο. Έτσι όπως οι ακτίνες έπεφταν στο παράθυρό της πρόσεξε το λεκέ στην τραβηγμένη κουρτίνα. Πώς βρέθηκε εκεί ο λεκές; Άντε να κατεβάσει την κουρτίνα για πλύσιμο τώρα. Αφού θα μπει στον κόπο, ας κάνει και τις υπόλοιπες, να φρεσκομυρίσουν. Άδεια ήταν η μέρα της έτσι κι αλλιώς, ήλιο έχει, θα προλάβουν να στεγνώσουν. Να πιει τον καφέ της πρώτα και μετά.
Όχι πως ήταν ενδιαφέρουσα η μέρα της, αλλά τουλάχιστον είχε κάτι να απασχοληθεί, κάτι να περάσει την ώρα της. Δεν δούλευε. Ποτέ δεν είχε δουλέψει. Και τι δουλειά να έκανε; Στην εποχή της δε συνηθιζόταν να δουλεύουν οι γυναίκες. Ίσως στις μεγαλουπόλεις. Δεν είχε σπουδάσει, μετά βίας τέλειωσε το γυμνάσιο. Δυο χρόνια μετά γνώρισε τον άντρα της, αρραβωνιάστηκαν, παντρεύτηκαν. Και μετά ήρθε το παιδί. Έτσι γινόταν τότε. Γάμος και παιδιά. Αυτός ήταν ο σκοπός της γυναίκας. Να κάνει οικογένεια και μετά να φροντίζει την οικογένειά της. Απλό ακούγεται. Αλλά μερικές φορές δεν είναι τόσο απλό.  Εκείνη ήθελε κάτι διαφορετικό για τα παιδιά της. Κάτι καλύτερο. Για τη μοναχοκόρη της δεν ήθελε να έχει την ίδια ζωή που είχε εκείνη. Όχι πως δεν ήταν ευχαριστημένη. Έτσι γινόταν τότε. Αλλά για την κόρη της ήθελε μια καλύτερη τύχη. Να τελειώσει το σχολείο, να σπουδάσει, να βρει μια καλή δουλειά.
Θυμήθηκε την Εύα όταν ήταν μικρή. Το γλυκό προσωπάκι της, το αθώο χαμόγελό της. Πώς γίναν έτσι τα πράγματα; Γιατί γίναν έτσι τα πράγματα; Σε ποιον να ρίξει το φταίξιμο; Εκείνη έφταιγε. Εκείνη έφταιγε για όλα. Αλλά τι σημασία είχε να βρει το φταίχτη; Ό, τι έγινε δε μπορείς να το αλλάξεις, και με τη μοίρα δεν μπορείς να τα βάλεις. Άδικος κόπος, πάντα χαμένος θα βγαίνεις.
Τηλέφωνο. Την έβγαλε από τις σκέψεις της. Άντε, να τελειώσει τον καφέ, μια ρουφιά έμεινε, να ξεκινήσει τις δουλειές. Να ξεκινήσει να κυλάει η μέρα. Άλλη μια μέρα που θα περάσει με αναμνήσεις από χρόνια και λάθη περασμένα. Άλλη μια μέρα που το φταίξιμο θα πέσει πάλι σε εκείνη. Άλλη μια μέρα που δε θα μπορέσει να αλλάξει το παρελθόν. Παρά μόνο να το θυμηθεί, να βουρκώσει, ίσως να κλάψει, κι ωστόσο να ‘ρθει η νύχτα, κι ωστόσο να ξημερώσει και μετά οι αναμνήσεις και τα λάθη και το φταίξιμο πάλι απ’ την αρχή. Μια κασέτα, η ίδια κασέτα κάθε μέρα. Τόσα χρόνια με την ίδια κασέτα. Δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε χρόνια. Αν ήταν αληθινή κασέτα θα είχε φθαρεί, θα είχε χαλάσει μέχρι τώρα. Μα του μυαλού οι κασέτες δουλεύουν αλλιώς, αντέχουν χρόνια και χρόνια. Δεν τις πιάνει η φθορά του χρόνου. Και κάτι άλλο. Οι κασέτες αυτές παίζουν μόνες τους, δεν σταματάνε όταν θες, όταν κουραστείς να ξαναζείς τα λάθη σου, να φορτώνεσαι τις κατηγορίες, όταν πρηστούν τα μάτια σου απ’ το κλάμα. Τόσα χρόνια πια, είχε μάθει πώς λειτουργούν. Και ήξερε ότι δε θα σταματούσαν τώρα κοντά. Το ήξερε, και δεν περίμενε τίποτα να αλλάξει.
Σκούπισε τα δάκρυά της και πήρε τις κουρτίνες να τις απλώσει στο μπαλκόνι. Ωραία μέρα σήμερα. Μπήκε μέσα κι έβαλε το φαΐ να ψήνεται. Κοτόπουλο στο φούρνο. Να πήγαινε μέχρι το φούρνο να πάρει λίγο ψωμί. Πάντα έμενε το μισό και μπαγιάτευε. Πόσο ψωμί να φάνε δυο άτομα; Αλλά και χωρίς ψωμί δε γίνεται. Πήρε λίγα ψιλά και τη ζακέτα της και βγήκε. Να σταματούσε και στο μίνι μάρκες να πάρει λίγο αλεύρι και αβγά, να φτιάξει ένα κέικ; Αλλιώς τι να κάνει το απόγευμα; Ή να πάρει ένα βιβλίο; Κοντά είναι το βιβλιοπωλείο, να πάει να χαζέψει τα βιβλία. Μέχρι να βγει απ’ το φούρνο ο ήλιος είχε φύγει και ψιχάλες έπεφταν αραιά και πού. Σε λίγο θα άρχιζε να βρέχει πιο δυνατά. Γρήγορα, να βιαστεί να πάει σπίτι, οι κουρτίνες στο μπαλκόνι θα βραχούνε. Όχι πως προλάβανε να στεγνώσουν και καθόλου Η καλή η μέρα- ή μάλλον η κακή- απ’ το πρωί φαίνεται. Μα της φάνηκε πως εκείνη δεν είχε δει καλή μέρα εδώ και χρόνια.

Έτοιμο το φαΐ. Σε κανένα μισάωρο θα γυρίσει ο άντρας της, να βάλει να φάνε, να σηκώσει το τραπέζι μετά, να πλύνει τα πιάτα. Αυτός να πάρει την εφημερίδα και τον καφέ του και να κάτσει στην πολυθρόνα στο σαλόνι απέναντι από την τηλεόραση. Εκείνη… Εκείνη να πηγαίνει πάνω κάτω στο σπίτι ψάχνοντας μια υποψία σκόνης, μια αφορμή να πιάσει το ξεσκονόπανο και να σκοτώσει λίγη ώρα. Αλλιώς τι να κάνει; Να κάτσει κι αυτή σε μια καρέκλα, να καρφώσει τα μάτια της στην τηλεόραση και να περιμένει να πέσει ο ήλιος. Να στρώσει πάλι το τραπέζι, να φάνε κάτι ελαφρύ, και μετά να περιμένουν λίγο ακόμα να περάσει η ώρα να πάνε για ύπνο. Τι ζωή, ε; 
Να τους έβλεπε άραγε η Εύα από ψηλά; Έτσι πίστευε, ότι πήγε στον παράδεισο. Να στενοχωριόταν άραγε ή να χαιρόταν με τη μιζέρια της; Μια πικρή εκδίκηση για όσα έγιναν; Όχι, όχι η Εύα της. Δεν ήταν χαιρέκακη, δεν είχε κακία μέσα της. Κι αν έγινε ψυχρή, δεν έφταιγε αυτή. Η ίδια την ανάγκασε με τη συμπεριφορά της, με τις απαγορεύσεις, με την αυστηρότητα. Το τελεσίγραφο. Αυτό το καταραμένο τελεσίγραφο που ξεστόμισε. Να μπορούσε να το πάρει πίσω. Μισή στιγμή, να πάει πίσω στο χρόνο, να σβήσει εκείνη τη στιγμή απ’ την κασέτα. Δύο δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί η φράση « Ή θα το ρίξεις ή θα φύγεις από ‘δω μέσα!» Μα πώς; Πώς ξεστομίζει μια μάνα αυτές τις λέξεις; Πώς τολμά να αρνηθεί μια ζωή; Να απαγορεύσει μια ζωή; Λες και μπήκε ο διάβολος μέσα της και την τύφλωσε. Πώς ξεστόμισε τέτοια λόγια; Για τη γνώμη του κόσμου; Στα κομμάτια η γνώμη τους. Και τι λένε τώρα, τι γνώμη έχει τώρα ο κόσμος; Σαν πως δε συζητάνε ακόμα; Σαν πως δε λένε πως αυτή σκότωσε το παιδί της; Και τι θα βγει πως κρατάει το κεφάλι ψηλά σαν τις βλέπει και χαιρετάει με ένα νεύμα. Μέσα τις ξέρει πως έχουν δίκιο. Μάνα να αρνηθεί το παιδί της, είναι δυνατόν να μην το σκοτώσει; Να μην σκοτώσει την αγάπη, τη θέρμη που έχει στην καρδιά του όταν σκέφτεται κι όταν λέει τη λέξη «μάνα»; Αυτή, αυτή τη σκότωσε. Η νύχτα είναι κακός σύμβουλος δε λένε; Ανάθεμα την εκείνη τη νύχτα, που την έκανε από μάνα δολοφόνο. Ανάθεμα…

8 Μαρ 2016

Κεφάλαιο δέκατο

Η Ιουλία μεγάλωσε πια. Καταλαβαίνει περισσότερα απ' όσα νομίζει ο Μάρκος. Και σίγουρα δεν είναι πια το αθώο κοριτσάκι που ντυνόταν Ραπουνζέλ κι έπαιζε ανέμελα με το Μάρκο σχεδιάζοντας το πάρτι γενεθλίων της. Τώρα πια πήγαινε στο σχολείο, έτοιμη να αποφοιτήσει, να φύγει απ' το σπίτι.

6 Μαρ 2016

Κεφάλαιο ένατο

Ο χρόνος κύλησε, τα χρόνια πέρασαν και η Ιουλία μεγάλωσε. Μεγάλωνε όμορφα μαζί με το Μάρκο, έφτασε κιόλας τα δεκαοχτώ χρόνια πάνω σ’ αυτή τη γη. Σαν χθες του φαινόταν του Μάρκου όταν την είχε πάρει κοριτσάκι στην αγκαλιά του και της είπε να φύγουν μακριά, κι ας άφηναν πίσω το σπίτι τους. Δεν άφηναν όμως πίσω ανθρώπους, μόνοι τους εδώ μόνοι τους κι εκεί. Οπότε καλύτερα εκεί. Όσο μακριά τόσο καλύτερα πίστευε ο Μάρκος. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο να ξεχάσεις κι ας είσαι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

25 Σεπ 2012

Κεφάλαιο όγδοο



«Πώς σου φαίνονται αυτά; Σ’ αρέσουν;»
«Ναι. Ωραία είναι.»
«Μήπως θέλεις να κοιτάξουμε κι άλλο; … Να κι αυτά τα τριαντάφυλλα είναι όμορφα.»
«Όχι, τα άλλα μ’ αρέσουν πιο πολύ. Πώς τα λένε αυτά;»
«Λίλιουμ. Θες να πάρουμε λίλιουμ;»
«Ναι, μπαμπά. Τέτοια να πάρουμε, λίλιουμ.»
«Μας φτιάχνετε μία ανθοδέσμη με λίλιουμ, παρακαλώ;»
«Αμέσως.»
Ο Μάρκος ήταν σκεπτικός. Ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε με την Ιουλία στο νεκροταφείο. Ως τώρα τη θεωρούσε μικρή, αλλά απ’ τη στιγμή που θα έφευγαν… Ήθελε να της μιλήσει για τη μητέρα της, να έχει ένα σημείο αναφοράς όταν τη σκεφτόταν, μια σαφέστερη εικόνα, όσο δύσκολο κι αν ήταν. Σίγουρα, δεν ήταν ευχάριστο, αλλά είχε δικαίωμα να ξέρει. Έψαξε και βρήκε ένα σχετικό βιβλίο, δεν ήθελε να κάνει του κεφαλιού του. Το θέμα ήταν σημαντικό και απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς.

Κεφάλαιο 7 συνέχεια


Η αίτηση του Μάρκου για μετάθεση στο εξωτερικό έγινε δεκτή. Να που τελικά του χρησίμεψε κάπου το πτυχίο αγγλικών. Η θητεία του στη Γαλλία ξεκινάει μέσα Ιουνίου, δηλαδή σε τρεις μήνες. Πρέπει ν’ αρχίσει να ετοιμάζει τα πράγματά τους. Αλλά πρώτα πρέπει να ετοιμαστεί ο ίδιος ψυχολογικά και να μιλήσει και στην Ιουλία. Δεν ήθελε να της μιλήσει πριν να βεβαιωθεί. Δεν είχε νόημα να αναστατώσει τη μικρή χωρίς λόγο.

5 Μαρ 2012

Κεφάλαιο έβδομο


-Καλησπέρα Μαρία, ο Μάρκος είμαι. Τι κάνεις;… Κι εγώ καλά. … Ναι, μια χαρά, κοιμάται. … Ναι, βέβαια. … Καλύτερα να ‘ρθεις από ‘δω να τα πούμε από κοντά. … Εντάξει, τα λέμε. … Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία. … Ναι, γεια.
Η Ιουλία είχε πάει νωρίς για ύπνο αφήνοντας στο Μάρκο αρκετό χρόνο με τον εαυτό του. Η απόφαση να φύγει για εξωτερικό είναι δύσκολη. Πρέπει να το σκεφτεί απ’ όλες τις πλευρές, να ζυγίσει καλά τα υπέρ και τα κατά. Είναι πολλά πράγματα που πρέπει να λάβει υπόψιν του και φοβάται να το κάνει μόνος του. Το κουδούνι χτυπάει πάνω στην ώρα. Ο Μάρκος είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται από τον αριθμό των σκέψεων που περνούσαν απ’ το μυαλό του.

3 Ιουλ 2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ (συνέχεια)

Στο σκοτεινό πεζοδρόμιο τρεμόπαιζε ένα αχνό φως. Το πασχαλιάτικο φανάρι στο χέρι του Μάρκου πήγαινε πέρα δώθε, άλλοτε φωτίζοντας και άλλοτε σκιάζοντας τα βήματά του. Το βρήκε κάπου στο σπίτι, σκέφτηκε ότι δεν πείραζε και το πήρε. Άφησε την Ιουλία να κοιμάται και τη μπέιμπι-σίτερ να την προσέχει. Της είχε τηλεφωνήσει μετά το πάρτι. Αφού όλοι έφυγαν και η Ιουλία αποκοιμήθηκε στον καναπέ μ’ ένα χαμόγελο ξεχασμένο στα χείλη της, ο Μάρκος προσπάθησε να βάλει μια τάξη στα πιάτα της τούρτας, στα ποτήρια με τα αναψυκτικά και στα άδεια μπολ που γέμιζαν το σαλόνι και την κουζίνα. Έψαξε για ένα φακό αλλά δε βρήκε πουθενά. Σ’ ένα ντουλάπι βρήκε το φαναράκι και το πήρε. Τα βήματά του, νευρικά, πότε κλωτσούσαν κάποια πέτρα, πότε χτυπούσαν το πεζοδρόμιο. Έφτασε στο δρόμο του νεκροταφείου. Ερημιά. Θέλησε να γυρίσει πίσω μα άλλαξε γνώμη. Σαν έφτασε κοντά, στερέωσε το φαναράκι πάνω στον τοίχο κι έπειτα πήδηξε απ’ τη μέσα μεριά. Πήρε το φαναράκι και συνέχισε. Κάποιο πουλί άφησε τα φυλλώματα ενός δέντρου και πέταξε βιαστικά πάνω απ’ το κεφάλι του Μάρκου. Σκιάχτηκε. Κοίταξε ολόγυρα να ξεχωρίσει τον τάφο της Εύης. Άφησε το φαναράκι του στο χώμα και γονάτισε μπροστά του. Δε μίλησε για λίγο. Αφουγκράστηκε τη σιωπή της νύχτας, με τους ψιθύρους των πουλιών και την ανάσα του ανέμου. Κοίταξε την ανθοδέσμη που κείτονταν πάνω στο μνήμα, φρέσκια ακόμα, δροσερή, δαρμένη όμως απ’ τους ανέμους της ημέρας. Αν βρισκόταν εκείνη την ώρα κάποιος στα μνήματα θα άκουγε το χτύπο της καρδιάς του, έντονο, ανυπόμονο. Ο Μάρκος απόθεσε τα μάτια του στο σκαλιστό όνομα της πλάκας και άρχισε.

17 Ιουν 2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου1994

Άνοιξε τα μάτια της αργά, λες και το φως θα μπορούσε να τρυπώσει μέσα τους και να τα τυφλώσει. Απ’ το παράθυρο έμπαινε λίγο φως, δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Έβγαλε τα χεράκια της μέσα απ’ τα σκεπάσματα και έτριψε τα μάτια της, έπειτα έβγαλε τα μαλλιά που είχαν μπει μπροστά στο πρόσωπό της. Και ξαφνικά το θυμήθηκε! Σήμερα ήταν τα γενέθλιά της!

11 Δεκ 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Σάββατο, 16 Μαΐου 1992
Το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει στο σπίτι του Μάρκου τους τελευταίους έξι μήνες ήταν ότι προστέθηκαν τα πράγματα της μπέμπας. Η κούνια της στο υπνοδωμάτιο, το πάρκο στο σαλόνι, τα παιχνίδια της παντού. Τίποτα δεν είχε φύγει όμως. Στην κρεμάστρα του διαδρόμου κρεμόταν ακόμη το πράσινο μπουφάν της Εύης μαζί με τα στρατιωτικά σακάκια του Μάρκου. Η ντουλάπα της ήταν γεμάτη, τα παπούτσια της στο διάδρομο και η κούπα της με τις καρδούλες στέγνωνε στον πάγκο της κουζίνας. Ο Μάρκος είχε αποφασίσει ότι θα προσπαθήσει να ζήσει χωρίς αυτήν για χάρη του μωρού τους, δε σκέφτηκε όμως ούτε στιγμή να πετάξει ή να χαρίσει τα πράγματα της Εύης. Θα ζούσε με την απουσία της, όχι όμως σαν να μην υπήρξε ποτέ παρούσα. Το να βλέπει τα πράγματά της άθικτα, στις θέσεις τους του έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε φύγει για πάντα, ήταν σαν να είχε πάει ένα σύντομο ταξίδι και σε λίγο καιρό θα γύριζε. Από την άλλη όμως πολλές φορές τα ίδια πράγματα ήταν αφορμή για να θυμηθεί τις μέρες που έμεναν μαζί, τόσο ερωτευμένοι, τόσο ευτυχισμένοι.

Ήταν Μάης και στο μυαλό του Μάρκου τριγυρνούσε για μέρες η ανάμνηση του περσινού Μάη, τότε που η Εύη έφυγε από το σπίτι της και ξεκίνησε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή και των δύο. Το φετινό Μάη όμως το κεφάλαιο είχε αλλάξει ξανά και η Εύη δεν πρωταγωνιστούσε σ’ αυτό. Πρωταγωνιστής ήταν ο Μάρκος και δεύτερος πρωταγωνιστής η κόρη του. Η κόρη του που έκλεινε τους εφτά μήνες ζωής κι ο Μάρκος δεν είχε βρει ακόμα όνομα να της δώσει. Είχαν συμφωνήσει με την Εύη ότι θα αποφασίσουν μόλις γεννιόταν το μωρό αφού δε θα έβλεπαν το φύλο του νωρίτερα. Όμως η ζωή τα έφερε αλλιώς κι ο Μάρκος δεν είχε προλάβει να ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήξερε ότι συνηθίζεται να δίνουν το όνομα του γονιού όταν αυτός πεθαίνει, όμως ο Μάρκος δεν ήθελε. Δεν ταίριαζε. Κι έτσι η μπέμπα ήταν ακόμα “μπέμπα”.
Πήγε μέχρι την κουζίνα και πήρε μια μικρή πετσέτα. Το γραφείο της Εύης είχε πιάσει αρκετή σκόνη, ένα ξεσκόνισμα ήταν απαραίτητο. Με την κλασική μουσική να ακούγεται απαλά από το κασετόφωνο ο Μάρκος άρχισε να ξεσκονίζει ένα ένα τα αντικείμενα που βρίσκονταν πάνω στο γραφείο. Η σκόνη έφερε δάκρυα στα μάτια του γι’ αυτό όταν τελείωσε σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε έξω το δρόμο. Η κίνηση ήταν περιορισμένη τέτοια ώρα. Κόντευαν μεσάνυχτα. Μες το σκοτάδι είδε μια φιγούρα να περπατάει μόνη της. Του έκανε εντύπωση που μια κοπέλα περπατούσε τέτοια ώρα μες την ερημιά. Την ακολούθησε με το βλέμμα του. Σε μία στροφή του δρόμου η κοπέλα σταμάτησε και στράφηκε προς το παράθυρό του. Τον κοιτούσε! Ο Μάρκος τραβήχτηκε και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο. Πήρε γρήγορες βαθιές ανάσες και προσπάθησε να συνέλθει. Δεν μπορεί να ήταν η Εύη στο δρόμο… Έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και στάθηκε ξανά μπροστά στο παράθυρο. Ερημιά. Κανένας στο δρόμο. Και η στροφή που είχε σταθεί πριν λίγο η Εύη άδεια. Έβαλε τα χέρια του στο περβάζι και τέντωσε το κορμί του. Προσπάθησε να δει καλύτερα. Τίποτα. Ένα μηχανάκι πέρασε μαρσάροντας και τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Τραβήχτηκε πάλι και έκλεισε το παράθυρο. Κάθισε στο γραφείο. Σταύρωσε τα χέρια του πάνω στα τετράδια και τα στυλό και έγειρε το κεφάλι του. “Εύη…”, ψέλλισε, “Εύη…”. Η απόγνωση έκανε τη φωνή του να ακουστεί διαφορετική. Σαν φωνή μικρού παιδιού. Αποφάσισε να της γράψει ένα γράμμα. Να γράψει κάπου όλα αυτά που αισθανόταν, ίσως να έφευγε ένα βάρος από την καρδιά του. Άνοιξε το συρτάρι και τράβηξε ένα τετράδιο. Η ετικέτα του ήταν άδεια. Πήρε ένα στυλό από το γραφείο και το άνοιξε έτοιμος να ελευθερώσει το κύμα που τον έπνιγε. Αναγνώρισε τα γράμματα της Εύης στην πρώτη σελίδα. “Καλό μου τετράδιο…”. Ξαφνιασμένος και γεμάτος περιέργεια άφησε το στυλό και άρχισε να διαβάζει.
Καλό μου τετράδιο,
έμεινες άδειο κι αχρησιμοποίητο. Όμως οι λευκές σου σελίδες μου φωνάζουν, θέλουν να γεμίσουν γράμματα, ιδέες, εικόνες. Θα γράψω λοιπόν. Και είσαι τυχερό. Γιατί αυτά που εσύ θα έχεις μέσα σου δε θα ‘ναι βαρετά και χιλιοειπωμένα, όπως αυτά που έγραφα στα άλλα τετράδια στο σχολείο. Εσένα οι σελίδες σου θα είναι γεμάτες έρωτα, γεμάτες χαρά, γεμάτες αγάπη.
Κάθομαι στο γραφείο μου, στο γραφείο που ο Μάρκος αγόρασε για μένα. Είναι πρωί, η ώρα κοντεύει δέκα και η ζέστη αρχίζει να γίνεται ενοχλητική. Έχω ανοιχτά όλα τα παράθυρα, ελπίζοντας ότι μια ιδέα ρεύματος θα δημιουργηθεί και θα με δροσίσει. Όμως τίποτα. Κι όλο το βουητό του δρόμου ανεβαίνει και γεμίζει το σπίτι. Τα αυτοκίνητα περνάνε πάντα βιαστικά, παίζουν την κόρνα επίμονα και καμιά φορά ακούω τους οδηγούς που φωνάζουν νευριασμένοι. Γυναίκες πάνε κι έρχονται, κρατάνε σακούλες με ψώνια, το σκύλο τους, το παιδί τους. Μια γριούλα έχει βγάλει την καρέκλα της στο πεζοδρόμιο και λιάζεται… Καμιά φορά στέκομαι μπροστά στο παράθυρο και χαζεύω τους περαστικούς. Τώρα τελευταία σέρνω μια καρέκλα και κάθομαι εκεί, βάζω το κασετόφωνο να παίζει και η κλασική μουσική ανακατεύεται με τους ήχους του δρόμου.
Σήμερα όμως έχει πολύ ζέστη για να κάτσω στον ήλιο. Προτιμώ το γραφείο, που είναι παραμέσα και οι ήχοι από το δρόμο ακούγονται πιο μακρινοί. Ο Μάρκος θα γυρίσει στις δυόμιση. Λέω να φτιάξω μια μακαρονάδα σήμερα. Οπότε έχω καιρό στη διάθεσή μου να γεμίσω αρκετές σελίδες. Τι να γράψω όμως; Πάει πολύς καιρός από τότε που έγραφα στο ημερολόγιό μου τα παιδιάστικα μυστικά μου. Σε λίγα χρόνια κάποιος άλλος θα γράφει ίσως τα μυστικά του σε ημερολόγιο. Το νιώθω να μεγαλώνει κάθε μέρα. Βάζω τα χέρια μου γύρω απ’ την κοιλιά μου και το αγκαλιάζω. Θέλω να ξέρει ότι το αγαπάω. Δεν είχα πολλές αδιαθεσίες τους πρώτους μήνες. Ευτυχώς δηλαδή γιατί είχα και το σχολείο. Τώρα είναι Ιούλιος και έχω μπει στον πέμπτο μήνα. Πριν να αλλάξει αυτός ο χρόνος θα κρατάω ένα παιδί στην αγκαλιά μου. Είμαι ενθουσιασμένη. Δεν είχα σχεδιάσει κάτι τέτοιο, δεν είχα δώσει πολύ σκέψη στο μέλλον μου γενικά. Έγιναν όλα μόνα τους. Γνώρισα το Μάρκο, ερωτευτήκαμε… Θυμάμαι εκείνες τις πρώτες μέρες που πηγαίναμε περιπάτους και μιλούσαμε, μόνο μιλούσαμε. Θέλαμε να μάθουμε τα πάντα για τη ζωή του άλλου. Και τώρα να ‘μαστε, μένουμε μαζί και περιμένουμε να έρθει στον κόσμο ένα παιδί!
Οι μέρες περνάνε ήσυχα αλλά όμορφα. Ο Μάρκος πηγαίνει στη δουλειά, εγώ φροντίζω το σπίτι, το μεσημέρι τρώμε μαζί κι έπειτα πηγαίνουμε είτε μια βόλτα στο πάρκο, να δροσιστούμε κάτω απ’ τη σκιά των πεύκων, είτε καθόμαστε σπίτι. Βλέπουμε τηλεόραση, συζητάμε, παιδιαρίζουμε. Ή κάνουμε δουλειές. Τώρα που δεν πρέπει να κουράζομαι, ο Μάρκος δε θέλει να κάνω τίποτα. Θέλει να κάθομαι στην πολυθρόνα μου κι αν ήταν δυνατό θα καθόταν όλη μέρα από πάνω μου να μου κάνει αέρα! Με γεμίζει η αγάπη του. Κοιτάζω τα μάτια του και νιώθω όμορφα. Τόσο, που έχω πάψει να σκέφτομαι το σπίτι μου και τους γονείς μου. Δε μιλάμε πια, καθόλου. Σαν να μην υπάρχει ο ένας για τον άλλο. Ούτε αυτό το είχα σχεδιάσει, αλλά έγινε. Δε μπόρεσα να το αποφύγω.
Όμως σου υποσχέθηκα ότι θα σε γεμίσω με ωραία πράγματα… Τον Αύγουστο λοιπόν ο Μάρκος θα πάρει άδεια. Και ψάχνουμε να δούμε πώς θα περάσουμε τις διακοπές μας! Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν θα πάμε σε νησί ή σε κάποιο άλλο μέρος. Αλλά ακόμα κι αν αποφασίσουμε σε τι από τα δύο θα πάμε, υπάρχουν τόσοι πολλοί ωραίοι προορισμοί που πάλι δεν ξέρω πώς θα αποφασίσουμε. Ευτυχώς έχουμε χρόνο μπροστά μας, ο Ιούλιος δεν έχει φτάσει ακόμα στη μέση του και σκεφτόμαστε να πάρουμε την άδεια τέλη Αυγούστου. Ίσως η ζέστη να έχει ελαττωθεί μέχρι τότε.
Η κασέτα σταμάτησε να παίζει. Πέρασε αρκετή ώρα. Θα πάω καλύτερα να ετοιμάσω τη μακαρονάδα που σου ‘λεγα. Σ’ αφήνω, καλό μου τετράδιο. Μέχρι την επόμενη φορά, φρόντισε να μη χαθείς, όταν σε ψάχνω να είσαι εκεί που σε άφησα…
Ο Μάρκος διάβασε τις σελίδες με λαχτάρα. Θυμήθηκε το καλοκαίρι, την εγκυμοσύνη, τη ζέστη, τις διακοπές τους. Θυμήθηκε τη μέρα που ο γιατρός τους ρώτησε αν ήθελαν να μάθουν το φύλο. Κοιτάχτηκαν και απάντησαν όχι. Έπειτα όταν η Εύη τον ρώτησε αν είχε σκεφτεί ποτέ πώς θα ήθελε να λένε τα παιδιά του, της είπε όχι. Κι αποφάσισαν να μην ψάξουν για όνομα προτού γεννηθεί το μωρό τους. Θα έβρισκαν ένα όνομα που να του ταιριάζει. Ένα όνομα διαλεγμένο μόνο για εκείνο. Ο Μάρκος διάβασε πάλι αυτές τις σελίδες, θέλοντας να ξανανιώσει την Εύη κοντά του, σε ‘κείνη τη θέση που καθόταν αυτός τώρα. Θέλοντας να ξανανιώσει την απλή χαρά της. Θέλοντας να γυρίσει πίσω, να είναι ξανά κομμάτι της καθημερινότητάς της. Πότε τα έγραφε αυτά; Ιούλιο. Ήθελε ν γυρίσει πίσω στον Ιούλιο, τότε που το μωρό τους ήταν ακόμα στην κοιλιά της Εύης κι η Εύη έγραφε χαμογελαστή για τη ζωή της σ’ αυτό το τετράδιο που είχε ξεμείνει άδειο…
Άκουσε την Εύη να του φωνάζει. “Μάρκο, τι λες; Πάμε για ένα μπάνιο σήμερα;” Πήγε μέχρι το δωμάτιό τους. Η κούνια έλειπε κι η Εύη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με ένα βιβλίο στα γόνατά της. Της χαμογέλασε. “Που θέλεις να πάμε;” “Δεν ξέρω… Ας πάρουμε το αυτοκίνητο και θα αποφασίσουμε στο δρόμο. Είναι Σάββατο σήμερα, δεν δουλεύεις αύριο. Τι λες;” Κάθισε στο πλάι του κρεβατιού, χάιδεψε ελαφρά τη φουσκωμένη κοιλιά της και της είπε “Φύγαμε!”. Την άφησε να συνεχίσει το βιβλίο της και πήγε να ετοιμάσει την τσάντα του μπάνιου. Έψαχνε στη ντουλάπα για πετσέτες και είχε γυρισμένη την πλάτη του στην Εύη. Άκουσε ένα χαμηλόφωνο κλάμα και γύρισε προς τη μεριά του κρεβατιού. “Τι έχεις, αγάπη μου; Τι είναι;” Κάθισε στο κρεβάτι και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη κούρνιασε μέσα στα χέρια του και τον άφησε να της χαϊδεύει τα μαλλιά για να την ηρεμήσει. Έσκυψε να της φιλήσει τα δακρυσμένα μάγουλα και την είδε που του χαμογελούσε. Όμως το κλάμα της ακουγόταν ακόμη, σαν να μην ήταν συγχρονισμένη η εικόνα με τον ήχο. Την κοίταξε στα μάτια και της ψιθύρισε “Γιατί κλαίς, καλή μου;”. Εκείνη τον κοίταξε χαμογελαστά όμως το κλάμα της τον έκανε να ανατριχιάσει.
Άνοιξε τα μάτια απορημένος, ψάχνοντας τη φιγούρα της Εύης στο σκοτάδι. Άκουσε το κλάμα της και γύρισε τη ματιά του προς τα ‘κει. Σηκώθηκε, πήγε στο δωμάτιό τους να τη βρει να κάθεται στο κρεβάτι, με το βιβλίο της ανοιχτό στα γόνατά της. Μπαίνοντας είδε την κούνια και το μωρό του να κουνάει τα χεράκια του και τα ποδαράκια του και κατάλαβε ότι το κλάμα ήταν δικό του, όχι της Εύης. Έσκυψε στην κούνια να το ησυχάσει. Το πήρε στην αγκαλιά του και το νανούρισε απαλά. “Όνειρο ήταν” ψέλλισε, “ένα όνειρο”. Σιγά σιγά το κλάμα της μπέμπας καταλάγιασε και η αναπνοή της έγινε πιο ήρεμη. “Δεν είναι Ιούλιος… Κλαίει η μπέμπα μας, όχι εσύ.” Βημάτισε πάνω κάτω στο δωμάτιο με τη μπέμπα στην αγκαλιά του. “Δεν έχω εσένα στην αγκαλιά μου, αλλά το μωρό μας.” Κοίταξε τη μπέμπα. Τα ματάκια της κοιτούσαν μέσα στα δικά του. “Δεν είναι Ιούλιος, μωρό μου, αλλά τουλάχιστον είσαι εσύ εδώ… Δεν είναι Ιούλιος…” Για μια στιγμή αφότου ξύπνησε πάνω στο γραφείο είχε πιστέψει ότι ο χρόνος είχε γυρίσει πίσω, ότι αυτός είχε γυρίσει πίσω, όπως ευχήθηκε. Όμως δεν ήταν έτσι. Έβαλε την μπέμπα στην κούνια της και ενώ έφευγε από το δωμάτιο γύρισε ξαφνικά και έγειρε πάνω απ’ την κούνια. Τα μάτια του χαμογελούσαν. “Ιουλία! Την μπέμπα μας θα τη βγάλω Ιουλία!” Της χάιδεψε την κοιλίτσα και της μίλησε για λίγο. “Σ’ αρέσει αυτό το όνομα, κουκλίτσα μου; Ιουλία! Το πιο όμορφο όνομα…”
Έκατσε εκεί δίπλα στην κούνια μέχρι που το μωρό ξανακοιμήθηκε. Έπειτα σηκώθηκε και έκατσε πάλι στο γραφείο. Άνοιξε το συρτάρι και έβαλε μέσα το τετράδιο. Τακτοποίησε τα πράγματα στη θέση τους και έβαλε το πετσετάκι στα άπλυτα. Στο διάδρομο στάθηκε μπροστά από το ημερολόγιο που είχε κρεμάσει η Εύη ένα χρόνο πριν. Άγγιξε την άκρη της σελίδας. Η χρονιά είχε αλλάξει, αλλά το ημερολόγιο είχε μείνει εκεί, σ’ αυτή τη σημαδεμένη μέρα, στις 11 Νοεμβρίου. Κοίταξε μέσα απ’ τα δάκρυά του τις σβησμένες με μολύβι μέρες. “Για τα ταξίδια που δεν προλάβαμε να πάμε, Εύη μου. Για τα καλοκαίρια που θα περάσουν χωρίς εσένα…”



6 Νοε 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Κυριακή πρωί. Μέσα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου η μητέρα της Εύης προσευχόταν γονατιστή. Τον τελευταίο καιρό έβρισκε καταφύγιο εκεί και αναζητούσε τη χαμένη της γαλήνη. Την περισσότερη ώρα έκλαιγε και ζητούσε συγχώρεση από το Θεό γι’ αυτό που έκανε στην κόρη της. Που την απώθησε από κοντά της με λόγο ένα αγόρι και μια εγκυμοσύνη. Που την έδιωξε από το σπίτι τους λες και δεν ήτανε παιδί της. Και τώρα, τώρα δεν είχε πια καιρό για να τα ξαναβρούνε. Το κοριτσάκι της είχε φύγει απ’ τη ζωή αφήνοντας πίσω της ένα άλλο κοριτσάκι, το εγγόνι της. Γιατί, θεέ μου, να μην πάει να τη δει όταν μπήκε στο νοσοκομείο; Κόρη της ήτανε, ό,τι κι αν είχε κάνει. Κι αν δε συμφωνούσε με τις επιλογές της, αυτό ήταν άλλο θέμα. Ο άντρας της, ακλόνητος στην απόφασή του, δεν την άφησε ούτε στην κηδεία της να πάει. Μα πώς μπορούσε να είναι τόσο σκληρός; Πώς μπορούσε να μη συγχωρέσει το ίδιο του το παιδί για τα σφάλματά του, αν ήταν τελικά σφάλμα η σχέση της με το Μάρκο; Μήπως όλοι δεν κάνουμε σφάλματα; Πώς μπορούσε να μην αλλάξει στάση μετά από τον τόσο αναπάντεχο και τραγικό θάνατό της; Έτσι ήταν όμως ο άντρας της. Το ήξερε και το θεωρούσε ως τώρα πλεονέκτημα του χαρακτήρα του. Μα κατάλαβε πια πως δεν είναι όλα μαύρο ή άσπρο. Κατάλαβε ότι υπάρχει και το γκρι. Μα ήταν αργά για να επανορθώσει.